Week 3 Vocabulary

Verbs

  • ἁρπάζω, ἁρπάσομαι, ἥρπασα, ἥρπακα, ἥρπασμαι, ἡρπάσθην - to snatch, to seize

  • γίγνομαι, γενήσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, γεγένημαι, ἐγενήθην - to become, to happen

  • πέμπω, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι, ἐπέμφθην - to send

Nouns

  • ἀνήρ, ἀνδρός, m. - man, husband

  • ἄνθρωπος, ἀνθρώπου, m. - person, human

  • βιβλίον, βιβλίου, n. - book

  • γνώμη, γνώμης, f. - judgment, opinion

  • γυνή, γυναικός, f. - woman, wife

  • διδάσκαλος, διδασκάλου, m. - teacher

  • δικαστής, δικαστοῦ, m. - juror

  • ἔργον, ἔργου, n. - deed

  • θάλαττα, θάλαττης, f. - sea

  • θεός, θεοῦ, m./f. - god

  • κόρη, κόρης, f. - girl

  • κόρος, κόρου, m. - boy

  • λόγος, λόγου, m. - word, speech

  • μαθητής, μαθητοῦ, m. - student

  • ποίημα, ποιήματος, n. - poem

  • συμφορά, συμφορᾶς, f. - event, outcome, mishap

Adjectives/Pronouns


All material developed by Daniel Libatique and Neel Smith, and available under the Creative Commons Attribution Share-Alike license CC BY-SA 4.0