Complete Vocabulary List α ἀγαθός, ἀγαθή, ἀγαθόν - good, noble ἄγαλμα, ἀγάλματος, n. - statue, glory ἄγω, ἄξω, ἤγαγον, ἦχα, ἦγμαι, ἤχθην - to lead ἀγών, ἀγῶνος, m. - contest ἀδικέω, ἀδικήσω, ἠδίκησα, ἠδίκηκα, ἠδίκημαι, ἠδικήθην - to do wrong, injure ἄδικος, ἄδικον - unjust ἀδύνατος, ἀδύνατον - impossible ἀεί - forever, always ἀθάνατος, ἀθάνατον - immortal, undying αἱρέω, αἱρήσω, εἷλον, ᾕρηκα, ᾕρημαι, ᾑρέθην - to take, seize αἰτία, αἰτίας, f. - blame, cause αἴτιος, αἴτια, αἴτιον - blameworthy, guilty, responsible for (+ genitive) ἀκούω, ἀκούσομαι, ἤκουσα, ἀκήκοα, –, ἠκούσθην - to hear, listen to ἀλήθεια, ἀληθείας, f. - truth ἀληθής, ἀληθές - true ἀλλά (ἀλλ’) - but ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο - other, another ἅμα - together, at once, at the same time; (as preposition + dat.) together with ἀμφότερος, ἀμφότερα, ἀμφότερον - both, each of two ἀνά (ἀν’) - up ἀνάγκη, ἀνάγκης, f. - necessity, constraint, force ἀνατίθημι (ἀνά + τίθημι) - to set up, to dedicate (as an offering) ἀνήρ, ἀνδρός, m. - man, husband ἄνθρωπος, ἀνθρώπου, m. - person, human, man ἄξιος, ἄξια, ἄξιον - worthy, worthy of (+ genitive) ἀπό (ἀπ’, ἀφ’) (+ gen.) - away from ἀποδίδωμι - to give back, to give away; (middle voice) to sell ἄρα - therefore (post-positive) ἁρπάζω, ἁρπάσομαι, ἥρπασα, ἥρπακα, ἥρπασμαι, ἡρπάσθην - to seize, take ἀρχή, ἀρχῆς, f. - beginning ἄρχω, ἄρξω, ἦρξα, ἦρχα, ἦργμαι, ἤρχθην - to begin, start (+ gen.) αὐτός, αὐτή, αὐτό - “him, her, it, them ”; (intensive adj./pronoun, not reflexive) the very __ ; himself, herself, themselves, etc.; (in attributive position) the same ἀφίημι (ἀπό + ἵημι) - to send away, to release, to set free ἀφίστημι (ἀπό + ἵστημι) - (trans.) to cause to revolt; (intrans.) to revolt from (ἀπό + genitive) β βάλλω, βαλέω, ἔβαλον, βέβληκα, βέβλημαικ, ἐβλήθην - to throw, cast, hurl βασιλεύς, βασιλέως, m. - king βίβλιον, βιβλίου, n. - book βίος, βίου, m. - life βλέπω, βλέψομαι, ἔβλεψα, βέβλεφα, βέβλεμμαι, ἐβλέφθην - to see βοηθέω, βοηθήσω, ἐβοήθησα, βεβοήθηκα, βεβοήθημαι, ἐβοηθήην - to help, aid γ γάρ - (post-positive) for, because γε - at any rate, at least (post-positive) γένος, γένους, n. - kind, stock, family, clan γῆ, γῆς, f. - earth γίγνομαι, γενήσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, γεγένημαι, ἐγενήθην - (deponent) to become, happen γνώμη, γνώμης, f. - thought, opinion γράφω, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα, γέγραμμαι, ἐγράφην - to write γυνή, γυναικός, f. - woman, wife δ δέ (δ’) - (post-positive) and, but δείκνυμι, δείξω, ἔδειξα, δέδειχα, δέδειγμαι, ἐδείχθην - to show δένδρον, δένδρου, n. - tree δή - in fact, certainly (post-positive) διά - through; because of διδάσκαλος, διδασκάλου, m. - teacher διδάσκω, διδάξω, ἐδίδαξα, δεδίδαχα, δεδίδαγμαι, ἐδιδάχθην - to teach δίδωμι, δώσω, ἔδωκα, δέδωκα, δέδομαι, ἐδόθην - to give, grant, allow δίκαιος, δίκαια, δίκαιον - just, right δικαστής, δικαστοῦ, m. - juror δίκη, δίκης, f. - justice, order, right; lawsuit, trial δοκέω, δοκήσω, ἔδοξα, –, δέδογμαι, -ἐδόχθην - to think; (3rd sg.) to seem (best) δύναμις, δυνάμεως, f. - power, ability δύο - two (indeclinable) δῶρον, δώρου, n. - gift ε εἰμί, ἔσομαι, –, –, –, – - (irregular verb, enclitic) to be; (3rd singular) it is possible, there is εἰς (+ acc.) - into εἷς, μία, ἕν - one εἶτα - then, next ἐκ (+ gen.) - out of ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο - “that, those ”; the former (vs. οὗτος) ἐλάσσων, ἐλάσσον - less, fewer, smaller ἐν (+ dat.) - in, within ἐπεί, ἐπειδή - since, when, after ἐπί (ἐπ’, ἐφ’) - on, upon ἐπιστολή, ἐπιστολῆς, f. - letter ἐπιτίθημι (ἐπί + τίθημι) - to place upon; (middle voice) to attack (+ dative) ἔργον, ἔργου, n. - deed, work ἔρχομαι, ἐλεύσομαι, ἦλθον, ἐλήλυθα, –, – - to come, to go ἔτι - still, yet εὐδαίμων, εὐδαῖμον - lucky, blessed, fortunate εὐθύς, εὐθεῖα, εὐθύ - straight, direct εὑρίσκω, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην - to find, discover ἐφίημι (ἐπί + ἵημι) - to send against; (middle voice) to command, order; (middle voice) to aim at, desire (+ genitive) ἐφίστημι (ἐπί + ἵστημι) - (trans.) to set up in charge of; (intrans.) to be in charge of (+ dative) ἐχθρός, ἐχθρά, ἐχθρόν - hostile, enemy, hated ἔχω, ἕξω / σχήσω, ἔσχον, ἔσχηκα, -ἔσχημαι, ἐσχέθην - to have, to hold ζ η θ ι ἱερόν, ἱεροῦ, n. - temple ἱερός, ἱερά, ἱερόν - holy, sacred ἵημι, ἥσω, -ἧκα, -εἷκα, -εἷμαι, -εἵθην - to hurl, throw, send; (middle voice) to rush, hurry ἵππος, ἵππου, m./f. - horse ἵστημι, στήσω, ἔστησα or ἔστην, ἕστηκα, ἕσταμαι, ἐστάθην - (active and 1st aorist transitive) to make stand up, set up, cause to stop; (passive and 2nd aorist intransitive) to stand, be set up, stop κ καθίστημι (κατά + ἵστημι) - (trans.) to establish; (intrans.) to settle, be established καί - and κάκος, κάκη, κάκον - bad, evil, ugly καλός, καλή, καλόν - good, right, beautiful κατά (κατ’, καθ’) - down κελεύω, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην - to order κίνδυνος, κινδύνου, m. - danger κοινός, κοινή, κοινόν - common, shared κόρη, κόρης, f. - girl κόρος, κόρου, m. - boy κρύπτω, κρύψω, ἔκρυψα, –, κέκρυμμαι, ἐκρύφθην - to hide, conceal λ λαμβάνω, λήψομαι, ἔλαβον, εἴληφα, εἴλημμαι, ἐλήφθην - to take λέγω, ἐρέω, εἶπον, εἴρηκα, εἴρημαι, ἐρρήθην - to say, to speak λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα, λέλειμμαι, ἐλείφθην - to leave λίθος, λίθου, m. - stone λόγος, λόγου, m. - word, story, speech λοιπός, λοιπή, λοιπόν - remaining, the rest λύω, λύσω, ἔλυσα, λέλυκα, λέλυμαι, ἐλύθην - to free, loosen μ μαθητής, μαθητοῦ, m. - student μακρός, μακρά, μακρόν - long, tall, large μάλιστα - most, especially μᾶλλον - more μάρτυς, μάρτυρος, m./f. - witness μέγας, μεγάλη, μέγα - large, great, tall μείγνυμι, μείξω, ἔμειξα, μέμιχα, μέμιγμαι, ἐμίγην - to mix μέλας, μέλαινα, μέλαν - black μέν - (post-positive) (marks start of contrast with δέ) μέρος, μέρους, n. - part, share, portion μετά (μετ’, μεθ’) - after (+ acc.); with (+ gen.) μίκρος, μίκρα, μίκρον - small, little μισέω, μισήσω, ἐμίσησα, μεμίσηκα, μεμίσημαι, ἐμισήθην - to hate μόνος, μόνη, μόνον - only, single ν ο ὁ, ἡ, τό - (definite article) the ὅδε, ἥδε, τόδε - this, these, the following ὁδός, ὁδοῦ, f. - road, way οἰκία, οἰκίας, f. - house, home οἶκος, οἴκου, m. - house, home οἶνος, οἴνου, m. - wine ὀλίγος, ὀλίγη, ὀλίγον - few, little ὄνομα, ὀνόματος, n. - name ὅπλον, ὅπλου, n. - weapon ὁράω, ὄψομαι, εἶδον, ἑώρακα / ἑόρακα, ἑώραμαι / ὦμμαι, ὤφθην - to see ὅς, ἥ, ὅ - (relative pronoun) who(m), which, that οὖν - (post-positive) thus, therefore οὗτος, αὕτη, τοῦτο - “this; the preceding ”; the latter (vs. ἐκεῖνος) οὕτως - in this way, thus π παῖς, παιδός, m./f. - child πάλιν - back, next παρά (παρ’) - next to, near πᾶς, πᾶσα, πᾶν - (singular) each, every; (plural) all πατήρ, πατρός, m. - father παύω, παύσω, ἔπαυσα, πέπαυκα, πέπαυμαι, ἐπαύθην - to stop, cease (+ gen.) πέμπω, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι, ἐπέμφθην - to send περί - around πλεῖστος, πλείστη, πλεῖστον - most, greatest, largest πλῆθος, πλήθους, n. - multitude, crowd ποιέω, ποιήσω, ἐποίησα, πεποίηκα, πεποίημαι, ἐποιήθην - to make, do ποίημα, ποιήματος, n. - poem πολέμιος, πολέμια, πολέμιον - hostile πόλεμος, πόλεμου, m. - war πόλις, πόλεως, f. - city πολύς, πολλή, πολύ - (singular) much; (plural) many ποταμός, ποταμοῦ, m. - river πρᾶγμα, πράγματος, n. - deed, work πράσσω, πράξω, ἔπραξα, πέπραγα / πέπραχα, πέπραγμαι, ἐπράχθην - to effect, do, bring to pass πρός - to, toward πρότερος, πρότερα, πρότερον - former, prior, previous πρῶτος, πρώτη, πρῶτον - first σ στρατηγός, στραγηγοῦ, m. - (military) general στρατιώτης, στρατιώτου, m. - soldier στρατός, στρατοῦ, m. - army συμφορά, συμφορᾶς, f. - event, chance, misfortune σύν (+ dat.) - with σῶμα, σώματος, n. - body σώφρων, σῶφρον - wise, moderate τ ταχύς, ταχεῖα, ταχύ - swift, quick τε (τ’, θ‘) - (post-positive) and τέσσαρες, τέσσαρα - four τίθημι, θήσω, ἔθηκα, τέθηκα, τέθειμαι, ἐτέθην - to put, place τόπος, τόπου, m. - place τότε - then τρεῖς, τρία - three τρόπος, τρόπου, m. - turn, manner, way υ ὕδωρ, ὕδατος, n. - water υἱός, υἱοῦ, m. - son ὑπέρ - over, above ὑπό (ὑπ’, ὑφ’) - under ὕστατος, ὑστάτη, ὕστατον - last ὕστερος, ὕστερα, ὕστερον - later, latter, next φ φέρω, οἴσω, ἤνεγκον / ἤνεγκα, ἐνήνοχα, ἐνήνεγμαι, ἠνέχθην - to bring, carry, bear φεύγω, φεύξομαι / φευξέομαι, ἔφυγον, πέφευγα, –, – - to flee, escape φιλέω, φιλήσω, ἐφίλησα, πεφίληκα, πεφίλημαι, ἐφιλήθην - to love, kiss φίλος, φίλη, φίλον - dear, friendly, beloved φοβέω, φοβήσω, ἐφόβησα, –, πεφόβημαι, ἐφοβήθην - (active voice) to frighten, terrify; [middle] to fear, be afraid of φυλάσσω, φυλάξω, ἐφύλαξα, πεφύλαχα, πεφύλαγμαι, ἐφυλάχθην - to guard φύσις, φύσεως, f. - nature, growth χ χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν - graceful χείρ, χειρός, f. - hand χρῆμα, χρήματος, n. - thing, possession, good χρόνος, χρόνου, m. - time χώρα, χώρας, f. - place, space, spot ψ