Exam 1 Vocabulary
Table of contents
- Verbs
- Nouns
- First Declension Feminine Nouns
- First Declension Masculine Nouns
- Second Declension Masculine/Feminine Nouns
- Second Declension Neuter Nouns
- Adjectives/Pronouns
- Conjunctions / Particles
Verbs
- ἄγω, ἄξω, ἤγαγον, ἦχα, ἦγμαι, ἤχθην - to lead
- αἱρέω, αἱρήσω, εἷλον, ᾕρηκα, ᾕρημαι, ᾑρέθην - to take, seize
- ἀκούω, ἀκούσομαι, ἤκουσα, ἀκήκοα, –, ἠκούσθην - to hear, listen to
- ἁρπάζω, ἁρπάσομαι, ἥρπασα, ἥρπακα, ἥρπασμαι, ἡρπάσθην - to seize, take
- βάλλω, βαλέω, ἔβαλον, βέβληκα, βέβλημαικ, ἐβλήθην - to throw, cast, hurl
- βλέπω, βλέψομαι, ἔβλεψα, βέβλεφα, βέβλεμμαι, ἐβλέφθην - to see
- γράφω, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα, γέγραμμαι, ἐγράφην - to write
- δείκνυμι, δείξω, ἔδειξα, δέδειχα, δέδειγμαι, ἐδείχθην - to show
- διδάσκω, διδάξω, ἐδίδαξα, δεδίδαχα, δεδίδαγμαι, ἐδιδάχθην - to teach
- ἔρχομαι, ἐλεύσομαι, ἦλθον, ἐλήλυθα, –, – - to come, to go
- εὑρίσκω, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην - to find, discover
- ἔχω, ἕξω / σχήσω, ἔσχον, ἔσχηκα, -ἔσχημαι, ἐσχέθην - to have, to hold
- κελεύω, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην - to order
- κρύπτω, κρύψω, ἔκρυψα, –, κέκρυμμαι, ἐκρύφθην - to hide, conceal
- λαμβάνω, λήψομαι, ἔλαβον, εἴληφα, εἴλημμαι, ἐλήφθην - to take
- λέγω, ἐρέω, εἶπον, εἴρηκα, εἴρημαι, ἐρρήθην - to say, to speak
- λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα, λέλειμμαι, ἐλείφθην - to leave
- λύω, λύσω, ἔλυσα, λέλυκα, λέλυμαι, ἐλύθην - to free, loosen
- μείγνυμι, μείξω, ἔμειξα, μέμιχα, μέμιγμαι, ἐμίγην - to mix
- ὁράω, ὄψομαι, εἶδον, ἑώρακα / ἑόρακα, ἑώραμαι / ὦμμαι, ὤφθην - to see
- πέμπω, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι, ἐπέμφθην - to send
- ποιέω, ποιήσω, ἐποίησα, πεποίηκα, πεποίημαι, ἐποιήθην - to make, do
- πράσσω, πράξω, ἔπραξα, πέπραγα / πέπραχα, πέπραγμαι, ἐπράχθην - to effect, do, bring to pass
- φέρω, οἴσω, ἤνεγκον / ἤνεγκα, ἐνήνοχα, ἐνήνεγμαι, ἠνέχθην - to bring, carry, bear
- φεύγω, φεύξομαι / φευξέομαι, ἔφυγον, πέφευγα, –, – - to flee, escape
- φοβέω, φοβήσω, ἐφόβησα, –, πεφόβημαι, ἐφοβήθην - (active voice) to frighten, terrify; [middle] to fear, be afraid of
- φυλάσσω, φυλάξω, ἐφύλαξα, πεφύλαχα, πεφύλαγμαι, ἐφυλάχθην - to guard
Nouns
First Declension Feminine Nouns
- αἰτία, αἰτίας, f. - blame, cause
- ἀλήθεια, ἀληθείας, f. - truth
- ἀνάγκη, ἀνάγκης, f. - necessity, constraint, force
- ἀρχή, ἀρχῆς, f. - beginning
- γῆ, γῆς, f. - earth
- γνώμη, γνώμης, f. - thought, opinion
- δίκη, δίκης, f. - justice, order, right; lawsuit, trial
- ἐπιστολή, ἐπιστολῆς, f. - letter
- ἡμέρα, ἡμέρας, f. - day
- θάλασσα, θαλάσσης, f. - sea
- κόρη, κόρης, f. - girl
- οἰκία, οἰκίας, f. - house, home
- συμφορά, συμφορᾶς, f. - event, chance, misfortune
- χώρα, χώρας, f. - place, space, spot
- ψυχή, ψυχῆς, f. - soul
First Declension Masculine Nouns
- δικαστής, δικαστοῦ, m. - juror
- μαθητής, μαθητοῦ, m. - student
- στρατιώτης, στρατιώτου, m. - soldier
Second Declension Masculine/Feminine Nouns
- ἄνθρωπος, ἀνθρώπου, m. - person, human, man
- βίος, βίου, m. - life
- διδάσκαλος, διδασκάλου, m. - teacher
- ἥλιος, ἡλίου, m. - sun
- θάνατος, θανάτου, m. - death
- θεός, θεοῦ, m./f. - god; goddess
- ἵππος, ἵππου, m./f. - horse
- κίνδυνος, κινδύνου, m. - danger
- κόρος, κόρου, m. - boy
- λίθος, λίθου, m. - stone
- λόγος, λόγου, m. - word, story, speech
- νόμος, νόμου, m. - law, custom
- ὁδός, ὁδοῦ, f. - road, way
- οἶκος, οἴκου, m. - house, home
- οἶνος, οἴνου, m. - wine
- πόλεμος, πόλεμου, m. - war
- ποταμός, ποταμοῦ, m. - river
- στρατηγός, στραγηγοῦ, m. - (military) general
- στρατός, στρατοῦ, m. - army
- τόπος, τόπου, m. - place
- τρόπος, τρόπου, m. - turn, manner, way
- υἱός, υἱοῦ, m. - son
- χρόνος, χρόνου, m. - time
Second Declension Neuter Nouns
- βίβλιον, βιβλίου, n. - book
- δένδρον, δένδρου, n. - tree
- δῶρον, δώρου, n. - gift
- ἔργον, ἔργου, n. - deed, work
- ζῷον, ζῴου, n. - animal, living being
- ἱερόν, ἱεροῦ, n. - temple
- ὅπλον, ὅπλου, n. - weapon
Adjectives/Pronouns
Conjunctions / Particles