Exam 1 Vocabulary

Table of contents

  1. Verbs
  2. Nouns
    1. First Declension Feminine Nouns
    2. First Declension Masculine Nouns
    3. Second Declension Masculine/Feminine Nouns
    4. Second Declension Neuter Nouns
  3. Adjectives/Pronouns
  4. Conjunctions / Particles

Verbs

  • ἄγω, ἄξω, ἤγαγον, ἦχα, ἦγμαι, ἤχθην - to lead
  • αἱρέω, αἱρήσω, εἷλον, ᾕρηκα, ᾕρημαι, ᾑρέθην - to take, seize
  • ἀκούω, ἀκούσομαι, ἤκουσα, ἀκήκοα, –, ἠκούσθην - to hear, listen to
  • ἁρπάζω, ἁρπάσομαι, ἥρπασα, ἥρπακα, ἥρπασμαι, ἡρπάσθην - to seize, take
  • βάλλω, βαλέω, ἔβαλον, βέβληκα, βέβλημαικ, ἐβλήθην - to throw, cast, hurl
  • βλέπω, βλέψομαι, ἔβλεψα, βέβλεφα, βέβλεμμαι, ἐβλέφθην - to see
  • γράφω, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα, γέγραμμαι, ἐγράφην - to write
  • δείκνυμι, δείξω, ἔδειξα, δέδειχα, δέδειγμαι, ἐδείχθην - to show
  • διδάσκω, διδάξω, ἐδίδαξα, δεδίδαχα, δεδίδαγμαι, ἐδιδάχθην - to teach
  • ἔρχομαι, ἐλεύσομαι, ἦλθον, ἐλήλυθα, –, – - to come, to go
  • εὑρίσκω, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην - to find, discover
  • ἔχω, ἕξω / σχήσω, ἔσχον, ἔσχηκα, -ἔσχημαι, ἐσχέθην - to have, to hold
  • κελεύω, κελεύσω, ἐκέλευσα, κεκέλευκα, κεκέλευσμαι, ἐκελεύσθην - to order
  • κρύπτω, κρύψω, ἔκρυψα, –, κέκρυμμαι, ἐκρύφθην - to hide, conceal
  • λαμβάνω, λήψομαι, ἔλαβον, εἴληφα, εἴλημμαι, ἐλήφθην - to take
  • λέγω, ἐρέω, εἶπον, εἴρηκα, εἴρημαι, ἐρρήθην - to say, to speak
  • λείπω, λείψω, ἔλιπον, λέλοιπα, λέλειμμαι, ἐλείφθην - to leave
  • λύω, λύσω, ἔλυσα, λέλυκα, λέλυμαι, ἐλύθην - to free, loosen
  • μείγνυμι, μείξω, ἔμειξα, μέμιχα, μέμιγμαι, ἐμίγην - to mix
  • ὁράω, ὄψομαι, εἶδον, ἑώρακα / ἑόρακα, ἑώραμαι / ὦμμαι, ὤφθην - to see
  • πέμπω, πέμψω, ἔπεμψα, πέπομφα, πέπεμμαι, ἐπέμφθην - to send
  • ποιέω, ποιήσω, ἐποίησα, πεποίηκα, πεποίημαι, ἐποιήθην - to make, do
  • πράσσω, πράξω, ἔπραξα, πέπραγα / πέπραχα, πέπραγμαι, ἐπράχθην - to effect, do, bring to pass
  • φέρω, οἴσω, ἤνεγκον / ἤνεγκα, ἐνήνοχα, ἐνήνεγμαι, ἠνέχθην - to bring, carry, bear
  • φεύγω, φεύξομαι / φευξέομαι, ἔφυγον, πέφευγα, –, – - to flee, escape
  • φοβέω, φοβήσω, ἐφόβησα, –, πεφόβημαι, ἐφοβήθην - (active voice) to frighten, terrify; [middle] to fear, be afraid of
  • φυλάσσω, φυλάξω, ἐφύλαξα, πεφύλαχα, πεφύλαγμαι, ἐφυλάχθην - to guard

Nouns

First Declension Feminine Nouns

First Declension Masculine Nouns

  • δικαστής, δικαστοῦ, m. - juror
  • μαθητής, μαθητοῦ, m. - student
  • στρατιώτης, στρατιώτου, m. - soldier

Second Declension Masculine/Feminine Nouns

  • ἄνθρωπος, ἀνθρώπου, m. - person, human, man
  • βίος, βίου, m. - life
  • διδάσκαλος, διδασκάλου, m. - teacher
  • ἥλιος, ἡλίου, m. - sun
  • θάνατος, θανάτου, m. - death
  • θεός, θεοῦ, m./f. - god; goddess
  • ἵππος, ἵππου, m./f. - horse
  • κίνδυνος, κινδύνου, m. - danger
  • κόρος, κόρου, m. - boy
  • λίθος, λίθου, m. - stone
  • λόγος, λόγου, m. - word, story, speech
  • νόμος, νόμου, m. - law, custom
  • ὁδός, ὁδοῦ, f. - road, way
  • οἶκος, οἴκου, m. - house, home
  • οἶνος, οἴνου, m. - wine
  • πόλεμος, πόλεμου, m. - war
  • ποταμός, ποταμοῦ, m. - river
  • στρατηγός, στραγηγοῦ, m. - (military) general
  • στρατός, στρατοῦ, m. - army
  • τόπος, τόπου, m. - place
  • τρόπος, τρόπου, m. - turn, manner, way
  • υἱός, υἱοῦ, m. - son
  • χρόνος, χρόνου, m. - time

Second Declension Neuter Nouns

  • βίβλιον, βιβλίου, n. - book
  • δένδρον, δένδρου, n. - tree
  • δῶρον, δώρου, n. - gift
  • ἔργον, ἔργου, n. - deed, work
  • ζῷον, ζῴου, n. - animal, living being
  • ἱερόν, ἱεροῦ, n. - temple
  • ὅπλον, ὅπλου, n. - weapon

Adjectives/Pronouns


Conjunctions / Particles


All material developed by Daniel Libatique and available under the Creative Commons Attribution Share-Alike license CC BY-SA 4.0

This site uses Just the Docs, a documentation theme for Jekyll.